
Η αγορά της Ανδρίτσαινας, φωτογραφημένη από τον Φρεντ Μπουασονά το 1903
Να χαμηλώ- να χαμηλώναν τα βουνά, αμάν αμάν,
να ψήλωναν κι οι κάμποι.
Άστρον της αυγής γιατί άργησες να βγεις.
Να ‘βλεπα την, να ‘βλεπα την Αντρίτσαινα, αμάν αμάν,
το έρημο παζάρι.
Πρόβαλε να ιδείς καρδιά που τυραννείς.
Να (ι)’βλεπα την, να (ι)’βλεπα αγάπη μου, διπλός καημός,
πώς στρώνει, πώς κοιμάται.
Θάλασσα πλατιά, μαγκούφα ξενιτιά.
Σε τι τραπέ- σε τι τραπέζια τρώει ψωμί, αμάν αμάν,
σε τι ταβέρνες πίνει.
Έλα πέρασε παίξε και γέλασε.
Τίνους χερά- τίνους χεράκια τον κερνούν, αμάν αμάν,
και τα δικά μου τρέμουν.
Πάπια του γιαλού τι αγάπησες αλλού.
Τίνους ματά- τίνους ματάκια τον τηράν, αμάν αμάν,
και τα δικά μου κλαίνε.
Πάπια του γιαλού μην αγαπάς αλλού.

Η Ανδρίτσαινα. Χαρακτικό του Otto Magnus von Stackelberg
Ο ξενιτεμένος που αναπολεί το χωριό του και την καλή του είναι το θέμα του ερωτικού καθιστικού τραγουδιού από την Ανδρίτσαινα, που τραγουδιόταν και στις γειτονικές περιοχές της Αρκαδίας. Η νοσταλγία της πατρίδας και της αγαπημένης είναι «διπλός καημός», που η ξενιτιά δεν μπορεί με τίποτε να απαλύνει.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Βυτιναίικα" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
